ΡΑΨΩΔΙΑ Α'

Επιστροφή↩️

 Πές μου περί του πολύτροπου άντρα, ω μούσα, που όσο
περιπλανιόταν, σαν άλλωσε την ιερά την Τροία,
είδε και γνώρισε πόλεις, πολλές νοοτροπίες, κι ανθρώπους·
όμως απ' άλγη στη θάλασσα έπασχε βέβαια, για να
σώσει τους νόστος και βίους των άλλων, μαζί των δικών του.
  Όσο κι αν θέλησε να τους σώσει, δε μπόρεσε, διότι
πέθαναν λόγω της ατασθαλίας της ίδιας τους κείν' οι
νήπιοι, που έφαγαν του Υπερίονος Ήλιου τα βόδια,
κι έτσι ο Ήλιος τους στέρησε του γυρισμού την ημέρα.
Κόρη του Δία! Ζωντάνευσε τούτο το έπος εκ νέου!
Άρχισε απ' οπουδήποτε θές, Αθηνά: ω θεά μας.

  Οι Αχαιοί, που της Τροίας τον όλεθρο επιβιώσανε
κιόλας τον πόλεμο ξέφυγαν και την θάλασσα, ήταν
μέσα στα σπίτια τους με τις γυναίκες τους—όλοι παρ' αυτόν
μόνο τον άντρα χωρίς συντροφιά, παρά μόνο μια Νύμφ': η
Πότνια η Καλυψώ, τον κρατούσε σ' εν' έρημο σπήλιο,
διότι ποθούσε να σμίξει μ' αυτόν τον πολύτροπο άντρα.
  Σαν η επέτειος ήρθε του μακροχρονίου ταξιδιού του,
είπαν στο σπίτ' οι θεές με το νήμα πως πρέπει να πάει, και
να 'ναι μαζί με τους φίλους του—δε σταματάνε οι άθλοι
του. Και πια ολ' οι θεοί τον λυπούντανε τον Οδυσσέα·
όλοι πλην τον Ποσειδώνα, που μέχρι να φτάσ' στην Ιθάκη
του ο Ισόθεος ο Οδυσσέας, δεν έπαυσ' η μήνη τ'.

  Τους μακρινούς τους Αιθίοπες  ο Φύκιος επισκέπτηκε όμως,
που μεταξύ του Ηλίου της Δύσης και Ανατολής ζουν,
ταύρων κι αρνιών εκατόμβη που είχαν θυσιάσει για 'κείνον.
'Κεί ο θεός το τραπέζι του κάθοντας ευχαριστιώταν.
  'Ολοι οι άλλοι θεοί και ο Δίας στον Όλυμπο ήταν.
Τότ' ο Πατέρας θεών και ανθρώπων ξεκίνησε λόγο,
διότι τον Αίγισθο τον ευγεν' είχε στον νού του, που απ' τον
διάσημ' Ορέστη Αγαμεμνονίδη σκοτώθηκε· κι έτσι
στους αθανάτους θεούς απευθύνθηκ' ο Δίας Κρονίδης:
  «Αίσχος! Εμάς τους θεούς οι θνητοί μας προσάπτουνε! Θαρρούν
ότι αυτών δημιουργούντ' απ' εμάς τα δεινά τους, ενώ απ'
τ' ατασθαλία τους την ίδια το άλγος γεννιέται εντός τους!
Δείτε τον Αίγισθο, που ενυμφεύθη τη νύμφη τ' Ατρείδη,
που εσκοτώθηκε όταν εγύρισε, και ας εμείς του
είπαμε στέλνοντας και τον Ερμή ενωρίτερα ούτε
να μη σκοτώσει τ' Ατρείδη, ουδέ ν' νυμφευθεί τη γυναίκα τ',
δίοτι θ' υπάρξει για τον Ατρεΐδη τ' Ορέστη η τίση
σα μεγαλώσει και αποζητεί να γυρεύσει τη χώρα.
Έτσ' ο Ερμής του ομίλησε, όμως ο Αίγισθος δεν τον
άκουσ'—ο άφρων—το πλήρωσε με τη ζωή του το λάθος τ'.»
Έπειτα πήρε τον λόγ' η Γλαυκώπιδ' Αθήνη, θεά μας:
  «Πάτερ Κρονίδη των άπαντων, Κύρ Υψηλότατε, 'κείνος 
βρήκε τον όλεθρο που του αρμόζει, μα βέβαια, κι όποιος
άλλος θα πράξει ως 'κείνον, την ίδια τη μοίρα να έχει·
όμως μ' τον άμοιρο τον Οδυσσέ' η καρδιά μου ραγίζει,
μάλιστα τόσους καιρούς χωρισμένος των φίλων του πάσχει
στην αμφιρρύτη τη νήσο, στης θάλασσας τον ομφαλό 'ναι.
Το δασωμένο νησί όπου κατοικεί μια θεά, του
Εύστροφου Άτλαντ' η Κόρη, αυτός που γνωρίζει τα βάθη
των θαλασσών των απάντων που έχει τους στύλους μακριά·
τον ουρανό και τη γαία κρατούν χωριστά οι ειρημέν'. Η
Κόρη τον ελεεινό και που μοιρολογ' επιβραδύνει,
πάντα με λόγους κολακευτικούς, μαλακούς προσπαθεί να
τον σαγηνεύει για νά λησμονήσ' την Ιθάκη· ωστόσο
ο πολυμήχανος, θέλοντας ν' δει τον καπνό να πηδά της
γής του, ποθεί να πεθάνει. Ουδέ τώρα συγκινήσαι,
Ολυμποάναξ; Δε σ' ευχαριστεί το πως ο Οδυσσέας
σού 'κανε τόσες θυσίες στην Τροία πλατιά κι ιερά, Ζεύ;»
    
Και απαντώντας της είπ' ο Νεφεληγερέτης ο Δίας:
  «Τέκνο μου, πώς απ' τον φράχτη δοντιών σου σου έφυγε τέτοιος
λόγος; Μα πώς να ξεχνούσα τον θεί' Οδυσσέ' ο οποίος
έχει τον κάλλιστο νού των θνητών, και θυσίες μυρίες
έκανε στους αθανάτους θεούς, π' στον ευρύ ουρανό ζούν;
Αλλ' ο Γαιήοχος ο Ποσειδών έχ' εξοργιστεί που
τον οφθαλμό τ' ισοθέου Πολύφημου έβγαλ' ο δείνα,
που 'ταν ο μέγιστος όλων των κύκλωπων, γιός της Θοώσης,
κόρης του Φόρκυνα, της ατρυγέτης θαλάσσης αφέντης,
π' ο Ποσειδών έσμιξε μ'αυτήν σ' έν' έρημο σπήλιο.
Ο Ποσειδών Ενοσίχθων απ' τότ' τ' Οδυσσέα, ακόμα
κι αν δεν τον σκότωσ', του τόπ' του μακρύτατα κείνον τον στρέφει. 
Κοίτα, εμείς όλοι μας εθέλουμε τον γυρισμό του
ώστε να πά στην πατρίδα του· Ο Ποσειδων τον θυμό του
θα τον αφήσει, γιατί δε μπορεί ν' αρνηθεί τι εθέλουν
όλοι οι άλλοι θεοί, και σαν ένα παιδί να χτυπιέται.»
    

Επιστροφή↩️